Ο θεσμός των Αντιδημάρχων στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Ο θεσμός των Αντιδημάρχων στον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Δρ. Γαβριήλ Κουρής

Σύμβουλος Φορέων Γενικής Κυβέρνησης

Business Development Manager, ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ Α.Ε.

 

Εισαγωγή

Ο θεσμός του Αντιδημάρχου αποτελεί έναν από τους πλέον κρίσιμους θεσμούς της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς συνδέεται άμεσα με την οργάνωση και υποβοήθηση του επιτελικού και εκτελεστικού έργου του Δημάρχου, την κατανομή των διοικητικών αρμοδιοτήτων και, τελικά, την αποτελεσματική λειτουργία του Δήμου.

Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, Α’ 103) κωδικοποιεί και αναδιαμορφώνει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον θεσμό, εισάγοντας μεταβολές τόσο ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία του όσο και ως προς τη διακριτική ευχέρεια του Δημάρχου να διαμορφώνει το διοικητικό σχήμα των Αντιδημάρχων σύμφωνα με τις οργανωτικές προτεραιότητες και τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε Δήμου. Οι βασικές ρυθμίσεις για τον θεσμό αποτυπώνονται κυρίως στα άρθρα 110, 112 και 113 του Κώδικα, τα οποία ρυθμίζουν, αντίστοιχα, το πλαίσιο ορισμού, τις αρμοδιότητες, τη θητεία και την ανάκληση του ορισμού των Αντιδημάρχων, την εξουσιοδότηση υπογραφής, καθώς και την αναπλήρωση του Δημάρχου.

Η πρόσφατη Εγκύκλιος 15/2026 [ΑΔΑ: 9Π6746ΜΤΛ6-ΔΓ2] του Υπουργείου Εσωτερικών αποτελεί την πρώτη συνολική ερμηνευτική αποτύπωση του νέου θεσμικού πλαισίου, αποσαφηνίζοντας κρίσιμα ζητήματα εφαρμογής, παρέχοντας κατευθύνσεις για την ομοιόμορφη εφαρμογή των νέων διατάξεων και αναδεικνύοντας τη νομοθετική κατεύθυνση που διέπει τον ρόλο και τη λειτουργία του θεσμού.

Στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια συστηματική ερμηνευτική προσέγγιση των σημαντικότερων μεταβολών που εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τον θεσμό των Αντιδημάρχων, υπό το πρίσμα τόσο των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον ν. 5321/2026 (Α΄ 114)  όσο και των ερμηνευτικών κατευθύνσεων της Εγκυκλίου 15/2026. Έμφαση δίδεται όχι μόνο στην παρουσίαση των νέων ρυθμίσεων, αλλά και στην ερμηνεία των διοικητικών συνεπειών τους και στην ανάδειξη ζητημάτων που αναμένεται να απασχολήσουν τη διοικητική πρακτική κατά την εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου.

 

Ο θεσμικός ρόλος των Αντιδημάρχων στο πλαίσιο του νέου Κώδικα

Η σημαντικότερη, ίσως, θεσμική μεταβολή που εισάγει ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως προς τον θεσμό των Αντιδημάρχων αφορά πρωτίστως τη φιλοσοφία οργάνωσης και λειτουργίας του θεσμού, με τις μεταβολές στις επιμέρους αρμοδιότητές τους να αποκτούν δευτερεύουσα σημασία. Ο νομοθέτης απομακρύνεται από ένα περισσότερο προκαθορισμένο νομοθετικό μοντέλο οργάνωσης και αναθέτει στον Δήμαρχο ευρύτερη διακριτική ευχέρεια ως προς τη συγκρότηση του διοικητικού σχήματος του Δήμου, την επιλογή και παύση των Αντιδημάρχων καθώς και την κατανομή των αρμοδιοτήτων τους. Με τον τρόπο αυτό, ο Δήμαρχος αναδεικνύεται σε βασικό φορέα σχεδιασμού και οργάνωσης της εκτελεστικής λειτουργίας του Δήμου, αναλαμβάνοντας αυξημένη ευθύνη για τη διαμόρφωση ενός διοικητικού σχήματος που ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και προτεραιότητες κάθε οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από την Εγκύκλιο 15/2026 του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία αποσαφηνίζει ότι ο Αντιδήμαρχος λειτουργεί ως επικουρικό αιρετό όργανο διοίκησης, του οποίου η θεσμική υπόσταση εξαρτάται από την προαιρετική απόφαση ορισμού του από τον Δήμαρχο. Υπό την έννοια αυτή, καθίσταται σαφές ότι ο Αντιδήμαρχος δεν αποτελεί αυτοτελές διοικητικό κέντρο άσκησης εξουσίας ούτε διαθέτει πρωτογενείς αρμοδιότητες. Οι αρμοδιότητές του είναι παράγωγες, καθώς προέρχονται από μεταβίβαση του Δημάρχου και ασκούνται στο πλαίσιο των κατευθύνσεων και των οδηγιών του.

Η θεσμική αυτή επιλογή δεν έχει μόνο θεωρητική σημασία, αλλά επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί η δημοτική διοίκηση. Ο Δήμαρχος καλείται πλέον να αποφασίσει όχι μόνο ποιοι δημοτικοί σύμβουλοι θα ασκήσουν καθήκοντα Αντιδημάρχου, αλλά και πόσοι Αντιδήμαρχοι θα ορισθούν, εάν θα είναι έμμισθοι ή άμισθοι, ποια χαρτοφυλάκια θα συγκροτηθούν, ποιες αρμοδιότητες θα μεταβιβασθούν στον καθένα και ποια θα είναι η διάρκεια της θητείας τους. Κατά συνέπεια, η απόφαση ορισμού των Αντιδημάρχων παύει να αποτελεί μια τυπική διοικητική πράξη και μετατρέπεται σε βασικό εργαλείο οργάνωσης της εκτελεστικής λειτουργίας και της εσωτερικής διοίκησης του Δήμου.

Η ενίσχυση της οργανωτικής ευχέρειας του Δημάρχου δεν συνεπάγεται, ωστόσο, απεριόριστη διακριτική ευχέρεια ούτε υποβαθμίζει τον θεσμικό ρόλο του Αντιδημάρχου. Αντίθετα, καθιστά ακόμη σημαντικότερη την ανάγκη οι αποφάσεις ορισμού να στηρίζονται σε αντικειμενικά οργανωτικά κριτήρια, να προσδιορίζουν με σαφήνεια τις μεταβιβαζόμενες αρμοδιότητες και να διαμορφώνουν διακριτά πεδία διοικητικής ευθύνης για κάθε Αντιδήμαρχο. Μόνο υπό τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος του νέου Κώδικα, δηλαδή η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της δημοτικής διοίκησης, χωρίς να διακυβεύονται η λογοδοσία, η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου.

 

Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στους Αντιδημάρχους

Κεντρικό στοιχείο του νέου θεσμικού πλαισίου αποτελεί η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων του Δημάρχου προς τους Αντιδημάρχους, καθώς μέσω αυτής αποκτούν συγκεκριμένο διοικητικό αντικείμενο και καθίστανται λειτουργικά ενταγμένοι στην άσκηση της εκτελεστικής διοίκησης του Δήμου. Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρέχει στον Δήμαρχο τη δυνατότητα να μεταβιβάζει αρμοδιότητες καθ’ ύλην, κατά τόπο ή συνδυαστικά, με εξαίρεση εκείνες που ο νόμος χαρακτηρίζει ρητώς ως αμεταβίβαστες, όπως η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου του προσωπικού και η δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση του Δήμου.

Η Εγκύκλιος 15/2026 αποσαφηνίζει ότι ο ορισμός Αντιδημάρχου προϋποθέτει υποχρεωτικά τη μεταβίβαση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων, η οποία πραγματοποιείται με ενιαία απόφαση του Δημάρχου για το σύνολο των Αντιδημάρχων. Οι μεταβιβαζόμενες αρμοδιότητες πρέπει να προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να καθίσταται απολύτως προσδιορίσιμο το πεδίο διοικητικής ευθύνης κάθε Αντιδημάρχου.

Συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτός ο ορισμός Αντιδημάρχου χωρίς συγκεκριμένο αποφασιστικό ή εκτελεστικό αντικείμενο, ούτε αρκούν γενικές διατυπώσεις, όπως «εποπτεία», «παρακολούθηση» ή «συντονισμός», όταν αυτές δεν συνοδεύονται από σαφή προσδιορισμό των μεταβιβαζόμενων αρμοδιοτήτων ή των διοικητικών πράξεων που δύναται να εκδίδει.

Υπό την έννοια αυτή, η απόφαση ορισμού και μεταβίβασης αρμοδιοτήτων προς τους Αντιδημάρχους υπερβαίνει τον χαρακτήρα μιας τυπικής πράξης κατανομής πολιτικών χαρτοφυλακίων και αναδεικνύεται σε βασικό εργαλείο οργάνωσης της δημοτικής διοίκησης. Για τον λόγο αυτό, οφείλει να εναρμονίζεται και με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του Δήμου, να ανταποκρίνεται στην οργανωτική του διάρθρωση και στις επιχειρησιακές του ανάγκες και να αποτυπώνει με σαφήνεια την κατανομή των αρμοδιοτήτων και της διοικητικής ευθύνης μεταξύ των Αντιδημάρχων.

Στο σημείο αυτό απαιτείται να διακρίνεται η μεταβίβαση αρμοδιότητας από την εξουσιοδότηση υπογραφής. Στην πρώτη περίπτωση ο Αντιδήμαρχος καθίσταται το αρμόδιο διοικητικό όργανο και εκδίδει πράξεις στο όνομά του, ενώ στη δεύτερη η αρμοδιότητα εξακολουθεί να ανήκει στον Δήμαρχο και ο Αντιδήμαρχος υπογράφει «με εντολή Δημάρχου». Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική, αλλά επηρεάζει τον προσδιορισμό του αρμόδιου οργάνου, την ευθύνη έκδοσης των διοικητικών πράξεων και τον έλεγχο της νομιμότητάς τους, όπως αναλυτικά διευκρινίζεται και στην Εγκύκλιο 15/2026.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, τέλος, και το ζήτημα της δημοσιότητας της σχετικής απόφασης. Σύμφωνα με την Εγκύκλιο 15/2026, η απόφαση ορισμού και μεταβίβασης αρμοδιοτήτων αποκτά νόμιμη υπόσταση μόνο μετά την ανάρτησή της τόσο στο πρόγραμμα «Διαύγεια» όσο και στην ιστοσελίδα του Δήμου. Οι Αντιδήμαρχοι ασκούν τις αρμοδιότητές τους από την ολοκλήρωση και των δύο αναρτήσεων, χωρίς δυνατότητα αναδρομικής ισχύος, ενώ η ίδια διαδικασία ακολουθείται και για κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση, ανάκληση ή μεταβολή της σειράς αναπλήρωσης. Η χρονική ολοκλήρωση των αναρτήσεων αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς επηρεάζει τόσο τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδονται όσο και την έναρξη καταβολής της προβλεπόμενης αντιμισθίας στους έμμισθους Αντιδημάρχους.

 

Η διάρκεια της θητείας των Αντιδημάρχων

Μία ακόμη ουσιαστική μεταβολή που εισάγει ο Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αφορά τη διάρκεια της θητείας των Αντιδημάρχων. Σε αντίθεση με το προϊσχύον καθεστώς, όπου προβλεπόταν ελάχιστη διάρκεια ενός (1) έτους, το νέο θεσμικό πλαίσιο παρέχει στον Δήμαρχο τη δυνατότητα να καθορίζει ελεύθερα τη διάρκεια της θητείας τους, ακόμη και για χρονικό διάστημα μικρότερο του έτους, ανάλογα με τις οργανωτικές και διοικητικές ανάγκες του Δήμου. Παράλληλα, διατηρείται η δυνατότητα ανάκλησης του ορισμού τους οποτεδήποτε, με την τήρηση των προβλεπόμενων διατυπώσεων δημοσιότητας.

Η μεταβολή αυτή ενισχύει περαιτέρω την ευελιξία που παρέχεται στον Δήμαρχο ως προς τη διαμόρφωση και την προσαρμογή του διοικητικού σχήματος του Δήμου. Παρέχει τη δυνατότητα ανακατανομής χαρτοφυλακίων, ανασχεδιασμού της διοικητικής οργάνωσης ή αντιμετώπισης έκτακτων και μεταβαλλόμενων αναγκών, χωρίς τους χρονικούς περιορισμούς που ίσχυαν μέχρι σήμερα.

Η δυνατότητα, ωστόσο, αυτή θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις αρχές της χρηστής διοίκησης, της συνέχειας της διοικητικής δράσης και της οργανωτικής σταθερότητας. Η συχνή μεταβολή του διοικητικού σχήματος ή η διαδοχική εναλλαγή των Αντιδημάρχων ενδέχεται να προκαλέσει δυσχέρειες στη λειτουργία των υπηρεσιών, να επηρεάσει την αποτελεσματική παρακολούθηση των δημοτικών πολιτικών και να δυσχεράνει την απόδοση διοικητικής και πολιτικής ευθύνης.

Για τον λόγο αυτό, η σχετική ευχέρεια του Δημάρχου θα πρέπει να αξιοποιείται ως εργαλείο αποτελεσματικότερης οργάνωσης της διοίκησης και όχι ως μέσο διαρκούς ανασχηματισμού του διοικητικού σχήματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση ανάκλησης του ορισμού Αντιδημάρχου αποτελεί οργανωτική πράξη αναδιάρθρωσης της εκτελεστικής λειτουργίας του Δήμου, ως έκφανση της εξουσίας που ο νομοθέτης αναγνωρίζει στον Δήμαρχο για τη συγκρότηση και αναδιοργάνωση του διοικητικού σχήματος του Δήμου.

 

Οι άμισθοι Αντιδήμαρχοι με τον νέο Κώδικα

Ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα ερμηνευτικά ζητήματα που ανέκυψαν μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης αφορούσε το καθεστώς των άμισθων Αντιδημάρχων. Η αρχική διατύπωση των σχετικών διατάξεων δημιούργησε εύλογη αμφιβολία ως προς το εάν ήταν πλέον δυνατός ο ορισμός ως άμισθων Αντιδημάρχων προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή δημόσια υπαλληλικά καθήκοντα, γεγονός που προκάλεσε σημαντική αναστάτωση στην αυτοδιοικητική πρακτική, ιδίως σε Δήμους όπου είχαν ήδη ορισθεί ή επρόκειτο να ορισθούν άμισθοι Αντιδήμαρχοι με τις ιδιότητες αυτές.

Προκειμένου να αντιμετωπισθεί το ζήτημα, ο νομοθέτης προχώρησε άμεσα στη συμπλήρωση του άρθρου 183 του Κώδικα με το άρθρο 53 του ν. 5321/2026, εισάγοντας ειδική μεταβατική ρύθμιση, ενώ παράλληλα η Εγκύκλιος 15/2026 του Υπουργείου Εσωτερικών παρείχε τις αναγκαίες ερμηνευτικές κατευθύνσεις για την ομοιόμορφη εφαρμογή της.

Κατ’ εφαρμογή των μεταβατικών αυτών διατάξεων, μέχρι τη λήξη της τρέχουσας δημοτικής περιόδου επιτρέπεται ο ορισμός ως άμισθων Αντιδημάρχων και προσώπων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή δημόσια υπαλληλικά καθήκοντα. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι οι άμισθοι Αντιδήμαρχοι δεν λαμβάνουν αντιμισθία, δεν υπάγονται στο καθεστώς αναστολής άσκησης των υπηρεσιακών τους καθηκόντων και δεν δικαιούνται την ειδική άδεια που προβλέπεται για τους έμμισθους Αντιδημάρχους. Διατηρούν, ωστόσο, όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά τους ως δημοτικών συμβούλων, όπως οι προβλεπόμενες ειδικές άδειες και οι αποζημιώσεις για τη συμμετοχή τους στα συλλογικά όργανα.

Πέραν των ανωτέρω, ο νέος Κώδικας διατηρεί αμετάβλητο τον ανώτατο επιτρεπόμενο αριθμό των άμισθων Αντιδημάρχων, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τρίτο (1/3) του αριθμού των έμμισθων Αντιδημάρχων, όπως αυτός προσδιορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 183 του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

Συμπερασματικά σχόλια

Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης συστηματοποιεί το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον θεσμό των Αντιδημάρχων και, παράλληλα, αναδιαμορφώνει τη φιλοσοφία οργάνωσης και λειτουργίας του. Η ενίσχυση της οργανωτικής ευχέρειας του Δημάρχου ως προς τη συγκρότηση του διοικητικού σχήματος, την κατανομή των αρμοδιοτήτων, τη διάρκεια της θητείας και, συνολικά, τον σχεδιασμό της εκτελεστικής λειτουργίας του Δήμου αποτελεί, ίσως, τη σημαντικότερη θεσμική μεταβολή που εισάγει το νέο πλαίσιο.

Η μεταβολή αυτή συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση της ευθύνης του Δημάρχου για τον σχεδιασμό και την οργάνωση της δημοτικής διοίκησης. Η ορθή κατανομή των αρμοδιοτήτων, η σαφής οριοθέτηση των διοικητικών ευθυνών, η τεκμηριωμένη έκδοση των αποφάσεων ορισμού και η συνεκτική συγκρότηση του διοικητικού σχήματος που υποστηρίζει την άσκηση των αρμοδιοτήτων του αναδεικνύονται πλέον σε κρίσιμες προϋποθέσεις για την αποτελεσματική λειτουργία του Δήμου.

Παράλληλα, οι πρώτες νομοθετικές παρεμβάσεις που ακολούθησαν την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα, σε συνδυασμό με τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις της Εγκυκλίου 15/2026, ανέδειξαν ότι η εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαισίου αποτελεί μια δυναμική διαδικασία θεσμικής προσαρμογής, κατά την οποία η νομοθετική εξειδίκευση, η ερμηνεία και η διοικητική πρακτική συμβάλλουν στη σταδιακή διαμόρφωση του πραγματικού περιεχομένου των νέων ρυθμίσεων.