Η κατά Κλεισθένη Ανάληψη των Υποχρεώσεων

του Σ.Λιάππη, Οικονομολόγου - Λογιστή

20/07/2018

 

Το πρόγραμμα «Κλεισθένης Ι» αποτελεί πλέον νόμο του Κράτους (Ν.4555 – ΦΕΚ Α’ 133 - 19/7/2018) θεσμοθετώντας σειρά αλλαγών στην οικονομική λειτουργία -και όχι μόνο – των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Επικεντρώνουμε στο παρόν σημείωμα σε μια από αυτές που απλοποιεί το προηγούμενο δυσνόητο σε πολλές περιπτώσεις καθεστώς, δημιουργώντας πλείστα όσα γραφειοκρατικά εμπόδια και περιττές ενέργειες στις διαδικασίες κανονικότητας και νομιμότητας των δαπανών. Αναφερόμαστε στις αναλήψεις των υποχρεώσεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ν.4270/2014 «Ανάληψη Υποχρέωσης» είναι η διοικητική πράξη με την οποία γεννάται η βεβαιώνεται υποχρέωση του Δημοσίου και των λοιπών φορέων της Γενικής Κυβέρνησης έναντι τρίτων (Νομική Δέσμευση). Η ανάληψη της υποχρέωσης θεωρείται έγκυρη όταν εκδοθεί η σχετική απόφαση ανάληψη υποχρέωσης με τη οποία δεσμεύεται ταυτόχρονα (Δημοσιονομική Δέσμευση) και το ισόποσο της δαπάνης στον προϋπολογισμό του οικείου φορέα.

Η διαδικασία αυτή προϋπήρχε σε πάμπολλες ρυθμίσεις και εγκυκλίους οι οποίες αντί να απλοποιήσουν το περιεχόμενο της, αύξησαν τα διλλήματα των υπαλλήλων στην κατανόησή της ου μην και στην εφαρμογή της. Κατ’ αρχάς οι πρώτες αναφορές για τις αναλήψεις των υποχρεώσεων περιέχονται στα άρθρα 11-16 του Β.Δ. 17.5/15.6.1959. Ωστόσο οι σχετικές διατάξεις παρέμειναν ανενεργές κατά το μάλλον ή ήττον και ανασύρθηκαν ουσιαστικά το 2000 με την υποχρέωση εκ μέρους των ΟΤΑ εφαρμογής του Διπλογραφικού Συστήματος.

Η παρακολούθηση του προϋπολογισμού με την Διπλογραφική μέθοδο μέσω των Λογαριασμών Τάξεως κατέστησαν υποχρεωτική την έκδοση της σχετικής απόφασης ανάληψης υποχρέωσης διότι πέρα από τους δημοσιονομικούς κανόνες έκδοσής της, ήταν απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να κλείσει το κύκλωμα των εγγραφών στη Γενική Λογιστική. Παρ’ όλα αυτά μέχρι πριν λίγα χρόνια το καθεστώς των αναλήψεων παρέμεινε ως μια απλά διεκπεραιωτική διαδικασία ως ένα απλό συνημμένο του χρηματικού εντάλματος (Χ.Ε.Π.).

Ενώ στους δημόσιους φορείς η ανάληψη της υποχρέωσης θεωρούνταν ενιαία διαδικασία η οποία αποτυπώνονταν στην Απόφαση Ανάληψης Υποχρέωσης (Α.Α.Υ.), στους ΟΤΑ είχε διαχωρισθεί η νομική δέσμευση από την δημοσιονομική δέσμευση. Τα αρμόδια όργανα (Δήμαρχος, Οικονομική Επιτροπή, Δημοτικό Συμβούλιο) σε συγκεκριμένη ημερομηνία αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις και σε διαφορετική δεσμεύουν τις πιστώσεις, γεγονός που οδηγούσε στην καλύτερη περίπτωση στην καθυστέρηση υλοποίησης των δαπανών του προϋπολογισμού.

Στην όλη αυτή την απαράδεκτη εικόνα κατά τη γνώμη μας, συνέβαλλε και η πολλαπλότητα των διατακτών για επιμέρους κατηγορίες δαπανών του προϋπολογισμού. Η μη αποσαφήνιση της έννοιας του Διατάκτη επέτεινε το πρόβλημα, δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στη λειτουργία των οικονομικών υπηρεσιών.

Έτσι άρχισαν οι αυτοσχεδιασμοί… Εφευρέθηκε η πρόταση ανάληψης υποχρέωσης, διαδικασία η οποία δεν ακουμπά σε καμία θεσμική ρύθμιση και το κυριότερο στην πράξη όριζε τον Δήμαρχο στην επιλογή των δαπανών που θα εισαχθούν στην οικονομική επιτροπή για να διατεθούν οι πιστώσεις. Με αποτέλεσμα πολλές δαπάνες να μην  εισάγονται στο αρμόδιο όργανο που είχε την αρμοδιότητα έγκρισης ή απόρριψής τους.

Προκρίθηκαν απείρου κάλλους διαδικασίες όπως: Πρόταση ανάληψης υποχρέωσης, Διάθεση Πιστώσεων από την οικονομική επιτροπή, αποστολή αντιγράφου απόφασης στον Π.Ο.Υ για ύπαρξη πίστωσης και νομιμότητα της δαπάνης, αποστολή του υπογεγραμμένου αντιγράφου στην οικονομική επιτροπή για  υπογραφή (ποιος;) σε νέα συνεδρίαση!! Πιάσ’ το αβγό και κούρευ’ το! Κάποιοι ιθύνοντες με απίστευτη πολυπραγμοσύνη έχουν βάλει στόχο της ζωής τους να κάνουν τη ζωή των υπηρεσιών αλλά και των αιρετών ποδήλατο! Διότι με τέτοιου είδους ρυθμίσεις τίποτα άλλο δε μπορεί να υποθέσει κανείς!

Η έκδοση του Π.Δ. 80/2016 ήρθε να ομογενοποιήσει τις διαδικασίες των αναλήψεων υποχρέωσης για το σύνολο των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Η ερμηνευτική εγκύκλιος που ακολούθησε δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από αυτά που όφειλε να αποσαφηνίσει, στηριζόμενη σε ιδιαιτερότητες υποτίθεται των ΟΤΑ, τις οποίες ουδείς εξήγησε σε τι συνίσταται  το περιεχόμενο τους.

Οι νέες ρυθμίσεις όμως του προγράμματος Καλλικράτης που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα κινούνται σε θετική κατεύθυνση, απλοποιούν τα μέγιστα τις διαδικασίες και εξομαλύνουν το καθεστώς υποχρεώσεων.

Πρώτη μεταβολή επέρχεται με τον ορισμό του Δημάρχου ως γενικού Διατάκτη των δαπανών που περιέχονται στις εξειδικευμένες πιστώσεις του προϋπολογισμού. Αφαιρείται η αρμοδιότητα του Διατάκτη για τις επιμέρους κατηγορίες Δαπανών του προϋπολογισμού από την Οικονομική Επιτροπή και το Δημοτικό Συμβούλιο.

 Ο Διατάκτης (Δήμαρχος) έχει την ευθύνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις και δεσμεύοντας το ισόποσο της δαπάνης στους εγκεκριμένους κωδικούς του προϋπολογισμού.

Δεύτερη μεταβολή επέρχεται με την καθιέρωση ασυμβίβαστου μεταξύ Διατάκτη και Εκκαθαριστή των Δαπανών. Αφαιρείται από τον Δήμαρχο η αρμοδιότητα υπογραφής των χρηματικών ενταλμάτων και των πράξεων εκκαθάρισης.

Εκκαθαριστής θεωρείται αυτός που πιστοποιεί την νομιμότητα και την κανονικότητα των διαδικασιών κατά την εκτέλεση μιας δαπάνης. Ορίζεται για τους ΟΤΑ ο Προϊστάμενος  Οικονομικών Υπηρεσιών (Π.Ο.Υ.). Υπογράφει τα χρηματικά εντάλματα και τις πράξεις εκκαθάρισης. Συνυπογράφει ο συντάκτης.

Συνεπώς για να εκκινήσουν οι διαδικασίες διενέργειας μιας δαπάνης τα προαπαιτούμενα  βήματα με τη σειρά που αναφέρονται είναι τα παρακάτω:

  1. Ύπαρξη ανάλογης πίστωσης (εξειδικευμένης) στον αντίστοιχο κωδικό δαπάνης.
  2. Πρωτογενές αίτημα εκ μέρους της οικείας υπηρεσίας
  3. Έκδοση Απόφασης Ανάληψης Υποχρέωσης υπογεγραμμένη από τον Προϊστάμενο Οικονομικών Υπηρεσιών και το Δήμαρχο, η οποία θεωρείται και το εγκεκριμένο αίτημα. Το θέμα κλείνει εκεί.

 Ας  αποτελέσει το ασυμβίβαστο που καθιερώνεται μεταξύ  Διατάκτη και Εκκαθαριστή αφετηρία για την υλοποίηση της θεμελιώδους αλλαγής του τρόπου λειτουργίας των ΟΤΑ, με την απεξάρτηση των υπηρεσιακών θεμάτων από τους αιρετούς. Τα πολιτικά όργανα των ΟΤΑ πέρα από τη λήψη των αποφάσεων πρέπει να περιοριστούν στην άσκηση των απαραιτήτων ελέγχων στους παράγοντες του υπηρεσιακού μηχανισμού για την ορθή εκτέλεση των αποφάσεων και την ταχύτερη προώθηση του αυτοδιοικητικού έργου.

Η βασική αρχή της διάκρισης μεταξύ της Πολιτικής Διεύθυνσης, που ασκούν τα  Πολιτικά όργανα (Δήμαρχος, Οικονομική Επιτροπή, Δημοτικό Συμβούλιο), και της Διοίκησης που ασκείται από την ιεραρχία του υπηρεσιακού μηχανισμού, η οποία  αποτελεί τη «θεσμική μνήμη» των αυτοδιοικητικών φορέων εξασφαλίζοντας τη διοικητική συνέχεια, είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επιβίωση τους.

Ας ελπίσουμε ότι μελλοντικά νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες θα απλοποιήσουν και θα τυποποιήσουν και τις υπόλοιπες διαδικασίες του θεσμικού πλαισίου έτσι ώστε οι υπηρεσιακοί παράγοντες με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα να μπορούν να υλοποιούν τα καθήκοντα που τους αναλογούν.

 

 

Για την ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ Α.Ε.,

 

 

 

Σταύρος Λιάππης

Διευθύνων Σύμβουλος